- σιλάχι
- το, Νβλ. σελάχι (Ι).
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
σιλάχι — το, βλ. σελάχι … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
σελάχι — (I) και σιλάχι, το, Ν 1. δερμάτινη ζώνη με πτυχές στο μπροστινό μέρος, η οποία χρησίμευε ως θήκη για φορητά όπλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. silāh «όπλο»]. (II) το / σελάχιον, ΝΑ, και σαλάχι Ν, και σαλάχιον ΜΑ, και ποιητ. τ. σελάχειον Α κοινή ονομασία … Dictionary of Greek
sileaf — SILEÁF, sileafuri, s.n. (Turcism înv.) Brâu lat în care se purtau înfipte diferite arme. [var.: sileáh, seleáf s.n.] – Din tc. silâh armă . Trimis de LauraGellner, 22.07.2004. Sursa: DEX 98 sileáf s. n. (sil. leaf), pl. sileáfuri … Dicționar Român